1865/2021 ΜονΠρωτ. Αθηνών (Τακτική Διαδικασία, τιμολόγια): απορρίπτει την αγωγή του αντιδίκου μας, δεκτής γενομένης της ένστασης αοριστίας που υποβάλαμε.

Δικηγόρος εναγόμενων / σύνταξη προτάσεων και ενστάσεων: Στ. Μαυρίδης (ΔΣΘ).

Συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο: Αν. Πέτσας (ΔΣΑ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός, από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔ), πρέπει να περιέχει επιπλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον Νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα (ΑΠ 577/2016, ΑΠ 1281/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία ζητείται η καταβολή σε αυτόν του οφειλόμενου τιμήματος των πωληθέντων, θα πρέπει να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, και δη θα πρέπει να αναφέρονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, α) η κατάρτιση της οικείας συμβάσεως πωλήσεως, β) τα πωληθέντα και παραδοθέντα πράγματα και γ) η τιμή εκάστου πωληθέντος πράγματος, δηλαδή το συμφωνημένο τίμημα (ΑΠ 577/2016, ΑΠ 1281/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 16/2009 σε ΕλλΔνη 2009.521, ΑΠ 1417/1999 σε ΕλλΔνη 41.766). Αντιθέτως, δεν απαιτείται αναφορά των αριθμών των σχετικών τιμολογίων και των λοιπών σχετικών φορολογικών παραστατικών, που εξεδόθησαν στο πλαίσιο της συμβάσεως πωλήσεως (ΕφΘεσ 1878/2002 σε Αρμ 2004.550, ΕφΘεσ 822/1991 σε Αρμ 1981.447). Σε περίπτωση, δε, που το συνολικό τίμημα διαμορφώθηκε από περισσότερες ομοειδείς αιτίες, για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα παραστατικά, και γίνεται επίκληση μερικότερων καταβολών, δεν αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρεται αναλυτικά κάθε επιμέρους καταβολή κι έναντι ποίου χρέους καταβλήθηκε.

Ωστόσο, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, στο σύνολό της, διότι στο δικόγραφό της δεν προσδιορίζεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ως έδει, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η αιτία των απαιτήσεων της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων από τις μεταξύ τους διαδοχικώς συναφθείσες συμβάσεις πωλήσεως. Πλέον συγκεκριμένα, στο αγωγικό δικόγραφο ουδόλως διαλαμβάνεται οιαδήποτε μνεία σχετικά με την τιμή μονάδος, δηλαδή το συμφωνημένο τίμημα εκάστου εκ των πωληθέντων και παραδοθέντων στις εναγόμενες … προϊόντων. Αντιθέτως, η ενάγουσα αρκείται σε μία απλή παράθεση των αριθμών, των ημερομηνιών εκδόσεως και της συνολικής αξίας εκάστου εκ των ως άνω έξι (6) τιμολογίων πωλήσεως, ενώ παραλλήλως αναφέρει την ποσότητα (αριθμό κουτιών) και το είδος των πωληθέντων … προϊόντων, χωρίς, ωστόσο, να μνημονεύει και την καθαρή αξία, τον αναλογούντα Φ.Π.Α. και τη συνολική αξία εκάστου εκ των πωληθέντων στις εναγόμενες εμπορευμάτων και χωρίς να προβαίνει σε ενσωμάτωση στο αγωγικό δικόγραφο φωτοτυπικών αντιγράφων των πλήρων σωμάτων των αντιστοίχων εκδοθέντων, για κάθε σύμβαση πωλήσεως, παραστατικών τιμολογίων πωλήσεως ή δελτίων αποστολής, ώστε να προκύπτουν τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία που εξειδικεύουν την αιτία των επιμέρους ενδίκων απαιτήσεών της. Περαιτέρω, η ενάγουσα, ενώ ισχυρίζεται ότι το συνολικό τίμημα εκ των διαδοχικώς συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων πωλήσεως ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 455.968,15 ευρώ, ακολούθως επικαλείται ότι το εισέτι ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής των εναγομένων έχει διαμορφωθεί στο χρηματικό ποσό των 450.795,81 ευρώ, δηλαδή συνομολογεί εμμέσως ότι οι αντίδικές της έχουν προβεί σε καταβολή προς αυτήν του χρηματικού ποσού (455.968,15 ευρώ – 450.795,81 ευρώ =) 5.172,34 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να την καταλογίζει έναντι μερικής (ισόποσης) εξοφλήσεως του τιμήματος ορισμένης εκ των ανωτέρω διαδοχικώς συναφθεισών συμβάσεων πωλήσεως. Επιπλέον, η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, διώκει να της επιδικασθεί το χρηματικό ποσό των 60.950,00 ευρώ, ως μέρος της μείζονος συνολικής απαιτήσεώς της, ύψους 450.795,81 ευρώ, που αντιστοιχεί, κατά τα ανωτέρω, στο υπολειπόμενο τίμημα εκ των διαδοχικώς συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων πωλήσεως, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει σε ποια ή ποιες επιμέρους συμβάσεις πωλήσεως από τις πλείονες τοιαύτες αντιστοιχεί η νυν καταγόμενη υπό δικαστική διάγνωση, μερικότερη αξίωσή της. Αντιθέτως, αρκείται απλώς στο να διαλάβει στην αγωγή της μία αόριστη διάκριση της συνολικής οφειλής των εναγομένων σε μη αμφισβητούμενη, χρηματικού ποσού 389.845,77 ευρώ, για την οποία έχει ήδη εκδοθεί η υπ’ αριθμ. …/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, και σε αμφισβητούμενη τοιαύτη, χρηματικού ποσού 60.950,00 ευρώ, χωρίς παράλληλα να προσδιορίζει τις επιμέρους αιτίες, δηλαδή να διακρίνει τα οφειλόμενα εν μέρει ή εν συνόλω τιμήματα των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που συνήφθησαν μεταξύ τους και που αντιστοιχούν αφενός μεν στην επίδικη αξίωσή της και αφετέρου σε αυτήν που της επιδικάσθηκε με την προρρηθείσα διαταγή πληρωμής.

Συνεπεία, δε, τούτων, αποστερείται η δυνατότητα στο παρόν Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, καθώς και στις εναγόμενες να προβάλουν λυσιτελώς την άμυνά τους κατά της ασκηθείσης σε βάρος τους αγωγής. Κατ’ ακολουθίαν, επομένως, των ανωτέρω, δεκτού γενομένου και του συναφώς περί αοριστίας προβληθέντος ισχυρισμού των εναγομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει η ενάγουσα να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, κατόπιν υποβολής σχετικού προς τούτο αιτήματος εκ μέρους των τελευταίων (άρθρα 176, 180 παρ.1, αναλόγως εν προκειμένω εφαρμοζόμενη και για την περίπτωση που πλείονες διάδικοι νικούν, 191 παρ.2 και 106 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με άρθρα 58 παρ.4, 63 παρ.1, 68 παρ.1 και 84 του Ν. 4194/2013), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.